ΒΑΔΙΣΗ

Βάδιση είναι η μετακίνηση από ένα μέρος σε κάποιο άλλο, ενώ βήμα είναι ο τρόπος με τον οποίο ένα άτομο αλλάζει θέση στο χώρο. Η βάδιση είναι χαρακτηριστική και ξεχωριστή για κάθε άτομο. Πολλά άτομα βαδίζουν σκυφτά, άλλα βαδίζουν με το σώμα όρθιο, άλλα άτομα περπατούν γρήγορα ή αργά και γενικά παρατηρείται μια ποικιλία στον τρόπο μεταφοράς του σώματος στο χώρο. Φαίνεται ότι η βάδιση επηρεάζεται:

  1. Από το σωματότυπο κάθε ανθρώπου (παχύς, μέσος, αδύνατος).
  2. Από την κατάσταση της υγείας (το άρρωστο άτομο βαδίζει χωρίς συντονισμό).
  3. Από την ψυχολογική του κατάσταση (το ευαίσθητο άτομο βαδίζει χωρίς στόχο).
  4. Από την προσωπικότητά του (ένα άτομο με προσωπικότητα βαδίζει σταθερά) και
  5. Από τη δραστηριότητα που εκτελεί.

Στη βάδιση το σώμα αλλάζει θέση στο χώρο με ένα συντονισμένο τρόπο. Οι κινήσεις των χεριών και των ποδιών γίνονται ρυθμικά. Το άτομο αλλάζει θέση και μετακινείται, ισορροπώντας στην όρθια θέση στα κάτω άκρα, που υποστηρίζουν το 75% του βάρους του σώματος. Στη σταθερή όρθια στάση το ανθρώπινο σώμα στηρίζεται σε δύο σημεία. Κατά τη δίποδη στήριξη το βάρος του σώματος (κεφάλι, άνω άκρα και κορμός) μοιράζεται και στα δύο πόδια. Αντίθετα στη βάδιση, το βάρος του πάνω μέρους του σώματος, μεταφέρεται πρώτα στο ένα και κατόπιν στο άλλο πόδι, εκτός από τη φάση που και τα δύο του πέλματα βρίσκονται σε επαφή με το δάπεδο. Για να επιτευχθεί η ισορροπία και ο συντονισμός στη βάδιση, απαιτείται άριστη συνεργασία μεταξύ κεντρικού νευρικού συστήματος, των μυών και των αρθρώσεων.

 

Οι φάσεις βάδισης

Ως βήμα χαρακτηρίζονται οι κινήσεις που γίνονται από τη στιγμή που το ένα πόδι πατήσει στο έδαφος, μέχρι τη στιγμή που το ίδιο πόδι θα έλθει πάλι σε επαφή με το έδαφος, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Οι δύο φάσεις κάθε βήματος είναι η φάση της αιώρησης και η φάση της στήριξης. Η φάση στήριξης ξεκινάει με την επαφή της πτέρνας από το ένα πόδι στο έδαφος, τη μεταφορά του βάρους του σώματος στο πέλμα, που εφάπτεται ολόκληρο στο έδαφος και ολοκληρώνεται, όταν τα δάχτυλα του ποδιού, που έχει δεχτεί το βάρος, αφήνουν το έδαφος. Η φάση στήριξης αποτελεί το 60% από ένα ολόκληρο βήμα.

Η φάση της αιώρησης ξεκινάει, όταν το πόδι εγκαταλείψει το έδαφος, και ολοκληρώνεται, όταν η πτέρνα από ίδιο πόδι αγγίζει το έδαφος. Η φάση της αιώρησης αποτελεί το 40% από ένα ολόκληρο βήμα και είναι μικρότερη από τη φάση της στήριξης.

Στη βάδιση σε κάποια χρονική στιγμή και τα δύο πόδια είναι σε επαφή με το έδαφος. Αυτό βέβαια δεν γίνεται στο τρέξιμο. Η διπλή αυτή στήριξη γίνεται διαδοχικά δύο φορές, η πρώτη, όταν αρχίζει η φάση στήριξης, και η δεύτερη, όταν τελειώνει η φάση στήριξης. Στη βάδιση με φυσιολογική ταχύτητα η διπλή στήριξη των ποδιών διαρκεί 10 % του συνολικού κύκλου της βάδισης.

 

Οι υποδιαιρέσεις στις φάσεις της βάδισης

Η φάση της στήριξης διαιρείται: στη φάση της επαφής της πτέρνας με το έδαφος, της επαφής ολόκληρου του πέλματος, της μέσης στήριξης, της ανύψωσης της πτέρνας και της ανύψωσης των δακτύλων. Η φάση της αιώρησης διαιρείται: στη φάση της επιτάχυνσης, της μέσης αιώρησης και της επιβράδυνσης.

 

Ανάλυση της φάσης στήριξης

  1. Η φάση της επαφής της πτέρνας με το έδαφος. Είναι η χρονική στιγμή κατά την οποία η πτέρνα του αιωρούμενου προς τα εμπρός ποδιού αγγίζει το έδαφος.
  2. Η φάση της επαφής ολόκληρου του πέλματος με το έδαφος. Είναι η φάση της στήριξης κατά την οποία ολόκληρο το πέλμα του ποδιού είναι σε επαφή με το δάπεδο.
  3. Η φάση της μέσης στήριξης. Είναι η φάση κατά την οποία το βάρος του σώματος είναι κάθετα πάνω από το πέλμα, ενώ το άλλο πόδι μόλις αφήνει το έδαφος.
  4. Η φάση της ανύψωσης της πτέρνας. Είναι η φάση κατά την οποία η φτέρνα του ποδιού που στηρίζεται στο έδαφος αρχίζει να χάνει την επαφή του με αυτό.
  5. Η φάση της ανύψωσης των δακτύλων. Είναι η φάση κατά την οποία σε επαφή με το έδαφος είναι μόνο τα δάκτυλα του ποδιού και φαίνεται ότι τελειώνει η φάση στήριξης και αρχίζει η φάση της αιώρησης.

 

Η φάση αιώρησης

  1. Η φάση της επιτάχυνσης. Αρχίζει από τότε που τα δάκτυλα του ποδιού που αιωρείται αφήνουν το έδαφος και συνεχίζεται καθώς το πόδι ανυψώνεται προς τα εμπρός.
  2. Η φάση της μέσης αιώρησης. Είναι η χρονική φάση κατά την οποία το πόδι που αιωρείται περνά ακριβώς κάτω από το σώμα.
  3. Η φάση της επιβράδυνσης. Αρχίζει από τη στιγμή που το πόδι που αιωρείται έρχεται προς τα εμπρός και αρχίζει να εκτείνεται το γόνατο, που προετοιμάζεται για την επαφή της πτέρνας με το δάπεδο.

 

Η ανατομική ανάλυση της βάδισης

Οι κινήσεις που παρατηρούνται στις αρθρώσεις των κάτω άκρων στις διάφορες φάσεις της βάδισης είναι κινήσεις κάμψης και έκτασης. Συγκεκριμένα:

  1. Στη φάση της επαφής της πτέρνας με το έδαφος στο ισχίο παρατηρείται κάμψη 30 – 25 μοίρες, στο γόνατο κάμψη 5 περίπου μοίρες, ενώ η ποδοκνημική βρίσκεται σε ουδέτερη θέση.
  2. Στη φάση της επαφής της πτέρνας με το έδαφος στο ισχίο παρατηρείται κάμψη 30 – 25 μοίρες, στο γόνατο κάμψη και την ποδοκνημική πελματιαία κάμψη.
  3. Στη φάση της μέσης στήριξης στο ισχίο και το γόνατο παρατηρείται έκταση και στην ποδοκνημική αρχίζει η ραχιαία κάμψη.
  4. Στη φάση της ανύψωσης της φτέρνας στο ισχίο παρατηρείται έκταση και στο γόνατο έκταση και κάμψη.
  5. Στη φάση της ανύψωσης των δακτύλων στο ισχίο και στο γόνατο παρατηρείται κάμψη και στην ποδοκνημική πελματιαία κάμψη.
  6. Στη φάση της επιτάχυνσης στο ισχίο και το γόνατο παρατηρείται κάμψη και στην ποδοκνημική ραχιαία κάμψη.
  7. Στη φάση της μέσης αιώρησης στο ισχίο παρατηρείται κάμψη και στο γόνατο έκταση. Στην ποδοκνημική παρατηρείται ραχιαία κάμψη.
  8. Στη φάση της επιβράδυνσης στο ισχίο παρατηρείται κάμψη και στο τέλος έκταση. Στο γόνατο παρατηρείται έκταση και κάμψη. Στην ποδοκνημική παρατηρείται ραχιαία κάμψη.

 

 

 

Ο ρόλος των μυών στις διάφορες φάσεις της βάδισης

Οι μύες της βάδισης λαγονοψοΐτης, τετρακέφαλος, ραπτικός, τείνων την πλατεία περιτονία, δικέφαλος μηριαίος, ημιυμενώδης, ημιτενοντώδης, μακρός προσαγωγός, γαστροκνήμιος, υποκνημίδιος, μακρός & μικρός περονιαίος, οπίσθιος κνημιαίος, κοινός εκτείνοντας τα δάχτυλα κ.ά., ενεργοποιούνται ανάλογα με τις απαιτήσεις της κάθε στιγμής. Άλλοτε εργάζονται μειομετρικά, για να επιταχύνουν το σχετικό μέλος, άλλοτε πλειομετρικά, για να επιβραδύνουν την αντίθετη στην ενέργειά τους προκαλούμενη κίνηση, άλλοτε ισομετρικά, για να αποφεύγονται κινήσεις από τη μέση θέση, είτε λόγω αδράνειας είτε λόγω μεταφοράς βάρους.