Κεφάλαιο 8 – Κυκλοφορικό Σύστημα


Η μεταφορά του οξυγόνου και των θρεπτικών ουσιών καθώς και η απομάκρυνση του διοξειδίου του άνθρακα και των προϊόντων του μεταβολισμού από κύτταρα των ιστών, γίνεται με το κυκλοφορικό σύστημα, το οποίο αποτελείται από την καρδιά, τα αιμοφόρα αγγεία και το αίμα που κυκλοφορεί μέσα σε αυτά, καθώς και το λεμφικό σύστημα, μέσα στο οποίο κυκλοφορεί η λέμφος. Κύριο όργανο του κυκλοφορικού συστήματος είναι η καρδιά.

 

 

Καρδιά

Η καρδιά είναι κοίλο μυώδες και συσταλτό όργανο, που έχει σχήμα ανάποδου κώνου και μέγεθος περίπου της γροθιάς του ατόμου, στο οποίο ανήκει. Η καρδιά είναι κλεισμένη μέσα σε ινοορογόνο θύλακο, το περικάρδιο. Φέρεται λοξά από τα δεξιά προς τα αριστερά και καταλαμβάνει το κάτω μέρος του πρόσθιου μεσοπνευμονίου χώρου και έτσι βρίσκεται πίσω από το σώμα του στέρνου. Η κορυφή της καρδιάς στρέφεται προς τα κάτω, μπροστά και αριστερά έτσι ώστε σχεδόν τα δύο τρίτα της καρδιάς βρίσκονται προς τα αριστερά. Η καρδιά αποτελείται εσωτερικά από τέσσερις κοιλότητες. Οι δύο είναι πιο μεγάλες και με παχιά τοιχώματα και ονομάζονται κοιλίες και οι άλλες δύο είναι πιο μικρές με λεπτά τοιχώματα και ονομάζονται κόλποι. Οι κόλποι χωρίζονται με το μεσοκολπικό διάφραγμα σε δεξιό και αριστερό κόλπο, ενώ οι κοιλίες χωρίζονται με το μεσοκοιλιακό διάφραγμα σε δεξιά και αριστερή κοιλία. Η καρδιά στην πραγματικότητα είναι μια μυώδης αντλία, η οποία αποτελείται από ένα χαρακτηριστικό είδος μυϊκών ινών, τις μυοκαρδιακές μυϊκές ίνες. Οι μυϊκές ίνες του μυοκαρδίου συνδέονται κατάλληλα μεταξύ τους, επιτρέποντας την συγχρονισμένη σύσπασή τους. Η λειτουργία της καρδιάς συντονίζεται από εσωτερικούς φυσικούς βηματοδότες, οι οποίοι είναι ο φλεβόκομβος, που βρίσκεται στο τοίχωμα του δεξιού κόλπου και ο κολποκοιλιακός κόμβος, που βρίσκεται στο σημείο επαφής του μεσοκολπικού με το μεσοκοιλιακό διάφραγμα.

 

 

Δεξιός κόλπος

Ο δεξιός κόλπος είναι πιο μεγάλος αλλά με πιο λεπτά τοιχώματα από τον αριστερό κόλπο. Κατά το άνω και πίσω μέρος του δέχεται την εκβολή της άνω κοίλης φλέβας και κατά το κάτω και πρόσθιο μέρος του την εκβολή της κάτω κοίλης φλέβας. Ο δεξιός κόλπος προωθεί το αίμα διαμέσου του κολποκοιλιακού στομίου στη δεξιά κοιλία. Το κολποκοιλιακό στόμιο φέρει ινώδη βαλβίδα, την κολποκοιλιακή βαλβίδα, που ονομάζεται τριγλώχινη βαλβίδα.

 

Δεξιά κοιλία

Στη δεξιά κοιλία διακρίνουμε τη κορυφή, βάση και τρία τοιχώματα. Η δεξιά κοιλία δέχεται το φλεβικό αίμα που τρέχει από το δεξιό κολποκοιλιακό στόμιο (τριγλώχινη βαλβίδα) και το οποίο ακολούθως, με το αρτηριακό της στόμιο (πνευμονική βαλβίδα) το διοχετεύει στην πνευμονική αρτηρία.

 

Αριστερός κόλπος

Ο αριστερός κόλπος εμφανίζει σχήμα κυβοειδές και αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος της βάσης της καρδιάς. Σε κάθε πλάγιο της οπίσθιας επιφάνειας του κόλπου εκβάλλουν, ανά δύο, οι πνευμονικές φλέβες. Ο αριστερός κόλπος προωθεί το αρτηριακό αίμα διαμέσου του κολποκοιλιακού στομίου στην αριστερή κοιλία. Το αριστερό κολποκοιλιακό στόμιο είναι πιο μικρό από το δεξιό και περιβάλλεται από παχύ ινώδη δακτύλιο. Το στόμιο αυτό φράσσεται με τη μιτροειδή βαλβίδα.

 

Αριστερή κοιλία

Η αριστερή κοιλία έχει σχήμα κώνου, είναι περισσότερο επιμήκης και με παχύτερα τοιχώματα από την δεξιά κοιλία. Με την κορυφή της σχηματίζει την κορυφή της καρδιάς. Η αριστερή κοιλία επικοινωνεί με τον αριστερό κόλπο με το σύστοιχο κολποκοιλιακό στόμιο. Το αριστερό κολποκοιλιακό στόμιο είναι πιο μικρό από το δεξιό και περιβάλλεται από παχύ ινώδη δακτύλιο. Το στόμιο αυτό φράσσεται με τη μιτροειδή βαλβίδα. Το αίμα στην αριστερή κοιλία είναι αρτηριακό, το οποίο διαμέσου του αορτικού στομίου διοχετεύεται στην ανιούσα αορτή. Το αορτικό στόμιο φράσσεται από τρεις μηνοειδείς βαλβίδες που σχηματίζουν την αορτική βαλβίδα.

 

Αορτή

Η αορτή είναι το μεγαλύτερο σε εύρος αρτηριακό στέλεχος, το οποίο χορηγεί αίμα σε όλες τις αρτηρίες του σώματος. Εκφύεται από την αριστερή κοιλία της καρδιάς και ανάλογα με την πορεία της διακρίνεται σε τρία μέρη, την ανιούσα αορτή, το αορτικό τόξο και την κατιούσα αορτή (θωρακική και κοιλιακή αορτή).

 

Ανιούσα αορτή

Η ανιούσα αορτή αρχίζει από το αορτικό στόμιο, φέρεται προς τα άνω, δεξιά και μπροστά μέχρι το ύψος της στερνικής γωνίας, όπου μεταπίπτει στο αορτικό τόξο. Από την ανιούσα αορτή εκφύονται η δεξιά και η αριστερή στεφανιαία αρτηρία.

 

Αορτικό τόξο

Το αορτικό τόξο αποτελεί τη συνέχεια της ανιούσας αορτής, φέρεται προς τα άνω, πίσω και αριστερά, πίσω από τη λαβή του στέρνου, μετά φέρεται προς τα κάτω μέχρι το ύψος του 4ου θωρακικού σπονδύλου όπου μεταπίπτει στην κατιούσα αορτή. Το αορτικό τόξο χορηγεί αρτηριακούς κλάδους, την ανώνυμη αρτηρία, την αριστερή κοινή καρωτίδα και την αριστερή υποκλείδια αρτηρία.

 

Πνευμονική αρτηρία

Η πνευμονική αρτηρία, που εκφύεται από τη δεξιά κοιλία της καρδιάς, φέρνει φλεβικό αίμα από τη δεξιά κοιλία της καρδιάς στους πνεύμονες, Η αρτηρία αυτή αποτελεί το στέλεχος της πνευμονικής αρτηρίας, το οποίο χορηγεί δύο κλάδους, το δεξιό και τον αριστερό, οι οποίοι λέγονται δεξιά και αριστερή πνευμονική αρτηρία.

 

Άνω κοίλη φλέβα

Η άνω κοίλη φλέβα συλλέγει το αίμα της κεφαλής, του τραχήλου, των άνω άκρων και των τοιχωμάτων και σπλάγχνων του θώρακα. Αρχίζει με τη συμβολή των δύο ανώνυμων φλεβών και εκβάλλει στο άνω τοίχωμα του δεξιού κόλπου της καρδιάς. Στην άνω κοίλη φλέβα εκβάλλει και η άζυγη φλέβα.

 

Κάτω κοίλη φλέβα

Η κάτω κοίλη φλέβα αθροίζει το αίμα από τα δύο κάτω άκρα, από τα τοιχώματα και τα σπλάγχνα της κοιλιάς και της πυέλου και από το κάτω μέρος του νωτιαίου μυελού και των μηνίγγων του. Σχηματίζεται μέσα στην κοιλιά από τη συμβολή της δεξιάς και της αριστερής κοινής λαγόνιας φλέβας.

 

Αιμάτωση της καρδιάς

Οι αρτηρίες που χορηγούν αίμα στην καρδιά είναι η δεξιά και η αριστερή στεφανιαία αρτηρία, οι οποίες εκφύονται από την ανιούσα αορτή.

 

Δεξιά στεφανιαία αρτηρία

Η δεξιά στεφανιαία αρτηρία εκφύεται από το δεξιό μηνοειδή κόλπο και ακολούθως φέρεται στο δεξιό τμήμα της στεφανιαίας αύλακας. Ακολουθεί τη στεφανιαία αύλακα μέχρι το άνω άκρο της οπίσθιας επιμήκους αύλακας, όπου διχάζεται σε δύο τελικούς κλάδους. Ο οπίσθιος κατιών κλάδος χορηγεί κλάδους για τις κοιλίες και το μεσοκοιλιακό διάφραγμα. Ο άλλος τελικός κλάδος είναι πιο μικρός και συνεχίζει την πορεία του στη στεφανιαία αύλακα μέχρι τον τερματισμό του περισπωμένου κλάδου της αριστερής στεφανιαίας αρτηρίας.

 

Αριστερή στεφανιαία αρτηρία

Η αριστερή στεφανιαία αρτηρία εκφύεται από τον αριστερό μηνοειδή κόλπο της αορτής και μετά από βραχεία πορεία διχάζεται στους τελικούς κλάδους, δηλαδή τον πρόσθιο κατιόντα κλάδο και τον περισπώμενο κλάδο. Ο πρόσθιος κατιών κλάδος φέρεται στην πρόσθια επιμήκη αύλακα μέχρι την κορυφή της καρδιάς και χορηγεί κλάδους για την αιμάτωση και των δύο κοιλιών και του μεσοκοιλιακού διαφράγματος. Ο περισπώμενος κλάδος στο αριστερό τμήμα της στεφανιαίας αύλακας και φθάνει μέχρι την αρχή της οπίσθιας επιμήκους αύλακας. Ο κλάδος αυτός χορηγεί κλάδους για τον αριστερό κόλπο και την αριστερή κοιλία.

 

 

 

 

Αιμοφόρα Αγγεία

Το κυκλοφορικό σύστημα περιλαμβάνει τις αρτηρίες, που μεταφέρουν το αίμα από την καρδιά προς την περιφέρεια, τα τριχοειδή, που επιτρέπουν την ανταλλαγή των ουσιών στους ιστούς και τις φλέβες, που επαναφέρουν το αίμα στην καρδιά. Τα τριχοειδή αγγεία παρεμβάλλονται μεταξύ των αρτηριών και των φλεβών. Η κυκλοφορία χωρίζεται σε μικρή και μεγάλη.

-Μικρή ή Πνευμονική κυκλοφορία αίματος:

Δεξιά κοιλία → Πνευμονική Αρτηρία → Πνεύμονας (ανταλλαγή CO2O2) → Καθαρό αίμα → Πνευμονικές Φλέβες → Αριστερός Κόλπος

 

-Μεγάλη ή Συστηματική κυκλοφορία αίματος:

Αριστερή κοιλία → Αορτή → Τριχοειδή Αγγεία σε όλο το σώμα → Άνω και Κάτω Κοίλη Φλέβα → Δεξιός Κόλπος

 

 

Το καρδιοαγγειακό σύστημα είναι φτιαγμένο για να εξυπηρετεί τις ανάγκες του οργανισμού σε οξυγόνο. Η καρδιά λειτουργεί σαν μια αντλία, δεχόμενη οξυγονωμένο αίμα από τους πνεύμονες και εξωθώντας το προς την αορτή για να κυκλοφορήσει σε όλο το σώμα (μεγάλη ή σωματική κυκλοφορία) και δεχόμενη επίσης μη οξυγονωμένο αίμα από το σώμα και εξωθώντας το προς τους πνεύμονες για να οξυγονωθεί (μικρή ή πνευμονική κυκλοφορία).

Στην μεγάλη ή σωματική κυκλοφορία, η αριστερή κοιλία εξωθεί το οξυγονωμένο αίμα διαμέσου της αορτικής βαλβίδας στην ανιούσα αορτή, η οποία χορηγεί αίμα σε όλες τις αρτηρίες του σώματος. Οι αρτηρίες χορηγούν αίμα σε όλο τον οργανισμό οι οποίες καταλήγουν στα τριχοειδή αγγεία όπου γίνεται η ανταλλαγή των αερίων, αφήνουν το οξυγόνο και παίρνουν το διοξείδιο του άνθρακα. Από τα τριχοειδή αρχίζουν οι φλέβες μεταφέροντας το μη οξυγονωμένο αίμα πίσω στην καρδιά, στο δεξιό κόλπο με την άνω και την κάτω κοίλη φλέβα και από εκεί στη δεξιά κοιλία διαμέσου της τριγλώχινης βαλβίδας.

Στην μικρή ή πνευμονική κυκλοφορία, η δεξιά κοιλία εξωθεί το μη οξυγονωμένο αίμα διαμέσου της πνευμονικής βαλβίδας στην πνευμονική αρτηρία, η οποία φέρνει το φλεβικό αίμα στους πνεύμονες. Η πνευμονική αρτηρία είναι η μοναδική αρτηρία που έχει φλεβικό αίμα. Στους πνεύμονες με την αναπνοή, γίνεται η ανταλλαγή των αερίων, ελευθερώνεται το διοξείδιο του άνθρακα και προσλαμβάνεται οξυγόνο. Με τις πνευμονικές φλέβες επαναφέρεται το οξυγονωμένο πλέον αίμα στον αριστερό κόλπο και από εκεί στην αριστερή κοιλία διαμέσου της μιτροειδούς βαλβίδας.

 

 

Ο όρος πίεση του αίματος εκφράζει την πίεση που ασκείται από το αίμα στο τοίχωμα ενός αιμοφόρου αγγείου. Συνήθως μετράται η πίεση που ασκείται στα τοιχώματα των αρτηριών. Όταν η καρδιά συστέλλεται η πίεση του αίματος στις αρτηρίες κυμαίνεται από 110mmHg έως 150mmHg και ονομάζεται συστολική αρτηριακή πίεση. Όταν η καρδιά χαλαρώνει, η πίεση αυτή γίνεται 80mmHg και τότε ονομάζεται διαστολική αρτηριακή πίεση.

Η παθολογική αύξηση της αρτηριακής πίεσης ονομάζεται αρτηριακή υπέρταση, ενώ η παθολογική μείωση της αρτηριακής πίεσης ονομάζεται υπόταση. Αναλυτικά:

 

 

 

Αίμα

Το ανθρώπινο αίμα αποτελείται από το πλάσμα (άμορφο συστατικό), μέσα στο οποίο εναιωρούνται τα ερυθρά αιμοσφαίρια ή ερυθροκύτταρα, τα λευκά αιμοσφαίρια ή λευκοκύτταρα και τα αιμοπετάλια ή θρομβοκύτταρα. Το αίμα περιέχει αέρια όπως το οξυγόνο, το διοξείδιο του άνθρακα και το άζωτο και μεταφέρει επίσης σε μικρές ποσότητες μια μεγάλη ποικιλία διαλυμένων χημικών ουσιών, στις οποίες περιλαμβάνονται υδατάνθρακες (γλυκόζη), πρωτεΐνες (λευκώματα), ορμόνες, λίπη και αζωτούχες ενώσεις. Το αίμα αποτελείται κατά 22 % από στερεά και κατά 78 % από νερό.

Το πλάσμα είναι το μεγαλύτερο κύριο συστατικό του αίματος και αποτελεί το 55% του όγκου του. Είναι ένα υποκίτρινο υγρό μέσω του οποίου μεταφέρονται αιμοσφαίρια, πρωτεΐνες και άλλες ουσίες. Αποτελείται κατά 91,5% από νερό, κατά 7% από πρωτεΐνες, όπως η λευκωματίνη (αλβουμίνη), οι σφαιρίνες και το ινωδογόνο, και κατά 1,5% από άλλες ουσίες, όπως θρεπτικά συστατικά, ορμόνες, αναπνευστικά αέρια, ηλεκτρολύτες, βιταμίνες και άχρηστες αζωτούχες ουσίες.

 

 

[Δείγματα αίματος για έλεγχο μπορούν να ληφθούν είτε από μία φλέβα (η οποία μεταφέρει αίμα στην καρδιά) ή από μια αρτηρία (που μεταφέρει το αίμα μακριά από την καρδιά). Οι περισσότερες εξετάσεις αίματος λαμβάνονται από μια φλέβα, συνήθως γύρω από τον αγκώνα. Εάν το αίμα ληφθεί από αρτηρία, αυτή είναι συνήθως από τον καρπό, καθώς βρίσκεται πολύ κοντά στο δέρμα. Η διαδικασία μπορεί να είναι λίγο άβολη, καθώς το αρτηριακό τοίχωμα έχει περισσότερα νεύρα πόνου από το φλεβικό τοίχωμα. Μετά τη λήψη αίματος από μια αρτηρία μπορεί να είναι απαραίτητη η τοποθέτηση βαμβακιού στον τόπο όπου έγινε η ένεση, για περίπου πέντε λεπτά, ώστε να σταματήσει κάθε αιμορραγία.]

Σε όλο το αγγειακό σύστημα, η ροή του αίματος είναι πάντοτε από μια περιοχή με υψηλότερη πίεση προς μια περιοχή με χαμηλότερη πίεση. Δεν είναι η απόλυτη πίεση σε κάθε σημείο μέσα στο καρδιαγγειακό σύστημα που καθορίζει το ρυθμό ροής, αλλά η διαφορά πίεσης μεταξύ συναφών σημείων. Η μονάδα μέτρησης της διαφοράς πίεσης, που βοηθάει στη ροή αίματος, είναι χιλιοστά υδραργύρου (mmHg).

Το πόσο δύσκολο είναι για το αίμα να ρέει μεταξύ δύο σημείων σε μια δεδομένη διαφορά πίεσης ονομάζεται αντίσταση. H αντίσταση είναι το μέτρο τριβής που εμποδίζει τη ροή. Η ροή είναι ανάλογη με τη διαφορά πιέσεων και αντιστρόφως ανάλογη με την αντίσταση.

 

Καρδιά και πίεση

Αρτηριακή πίεση: Η ποσότητα αίματος που εισέρχεται στην αορτή με κάθε συστολή της αριστερής κοιλίας διαστέλλει το αγγείο και ασκεί πίεση σε αυτό. Ο όγκος αίματος που αφήνει τις αρτηρίες κατά τη συστολή ισούται περίπου μόνο με το ένα τρίτο του όγκου παλμού που εισέρχεται σε αυτές. Το υπόλοιπο του όγκου παλμού παραμένει στις αρτηρίες κατά τη συστολή προκαλώντας διάτασή τους και αύξηση της αρτηριακής πίεσης. Όταν τελειώσει η συστολή των κοιλιών, τα διατεταμένα αρτηριακά τοιχώματα υποχωρούν παθητικά και το αίμα συνεχίζει να προωθείται στα αρτηρίδια κατά τη διάρκεια της διαστολής.

Η αρτηριακή πίεση διακρίνεται σε:

Συστολική πίεση – Η μέγιστη πίεση που επιτυγχάνεται κατά την κορυφαία κοιλιακή εξώθηση (120mmHg). Κατά την άσκηση αυξάνεται μέχρι 200mmHg.

Διαστολική πίεση – Η ελάχιστη πίεση που παρατηρείται λίγο πριν αρχίσει η κοιλιακή εξώθηση (80mmHg). Κατά την άσκηση αυξάνεται μέχρι 12% (90mmHg).

Η διαφορά ανάμεσα στη συστολική και τη διαστολική πίεση (π.χ. 125 – 75 = 50 mmHg) ονομάζεται πίεση παλμού. Η πίεση μπορεί να γίνει αισθητή ως παλμός ή δόνηση στις αρτηρίες του λαιμού ή του καρπού σε κάθε καρδιακό παλμό. Κατά τη συστολή σπρώχνεται προς τα έξω το αρτηριακό τοίχωμα και είναι αυτή η διάταση του αγγείου που παράγει τον παλμό. Η τάση και η ακόλουθη υποχώρηση του αγγειακού τοιχώματος ταξιδεύει σαν κύμα διαμέσου ολόκληρου του αρτηριακού συστήματος.

 

Ηρεμία

Κατά τη συστολή της αριστερής κοιλίας, η μεγαλύτερη πίεση που παράγεται από την καρδιά και η οποία κινεί το αίμα μέσω ενός υγιούς ελαστικού αγγειακού συστήματος κυμαίνεται στα 120 mmHg (συστολική πίεση). Καθώς η καρδιά ηρεμεί και οι αορτικές βαλβίδες κλείνουν, οι φυσικές ελαστικές συσπάσεις της αορτής και άλλων αρτηριών εξασφαλίζουν συνεχή πίεση μέσω της οποίας διατηρείται η σταθερή ροή του αίματος στην περιφέρεια μέχρι να ληφθεί νέα ποσότητα αίματος από την επόμενη συστολή της καρδιάς. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαστολής στον καρδιακό κύκλο η πίεση του αίματος στο αρτηριακό σύστημα μειώνεται περίπου στα 80 mmHg (διαστολική πίεση).

 

Άσκηση

Η πίεση παλμού που δημιουργείται από μια κοιλιακή εξώθηση είναι μεγαλύτερη όταν αυξηθεί ο όγκος του αίματος που εξωθείται, όταν αυξηθεί η ταχύτητα εξώθησης του αίματος, όταν οι αρτηρίες είναι δύσκολο να διαταθούν. Κατά την άσκηση η καρδιακή παροχή μπορεί να αυξηθεί από την τιμή ηρεμίας των 5 σε 35 L/min. Η αύξηση της αιματικής ροής επιτυγχάνεται με την αγγειοδιαστολή των αρτηριδίων στους μύες που λειτουργούν και αγγειοσυστολή στα νεφρά και στα όργανα του γαστρεντερικού σωλήνα (αυξημένη δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος). Η μέση αρτηριακή πίεση αποτελεί το γινόμενο της καρδιακής παροχής επί τη συνολική περιφερική αντίσταση. Κατά τη διάρκεια των περισσοτέρων τύπων άσκησης η καρδιακή παροχή τείνει να αυξάνεται αναλογικά λίγο περισσότερο από τη μείωση της συνολικής περιφερικής αντίστασης, οπότε παρατηρείται συνήθως μικρού βαθμού αύξηση της μέσης αρτηριακής πίεσης. Η πίεση παλμού αντίθετα αυξάνεται σημαντικά λόγω της αύξησης τόσο του όγκου παλμού όσο και της ταχύτητας με την οποία εξωθείται. Η αύξηση της καρδιακής παροχής κατά τη διάρκεια της άσκησης οφείλεται σε μια σημαντική ανύψωση της καρδιακής συχνότητας παράλληλα με μια μικρή αύξηση του όγκου παλμού. Η καρδιακή παροχή μπορεί να αυξηθεί σημαντικά μόνο όταν κινητοποιηθούν στον ίδιο βαθμό και οι περιφερικοί μηχανισμοί που ευνοούν τη φλεβική επάνοδο του αίματος στην καρδιά.

 

Υπέρταση

Υπέρταση είναι μια αύξηση της συστηματικής αρτηριακής πίεσης. Η τιμή που αποτελεί το όριο μεταξύ της φυσιολογικής αρτηριακής πίεσης και της υπέρτασης ορίζεται στα 140/90 mmHg για τη συστολική και τη διαστολική πίεση αντίστοιχα. Θεωρητικά, υπέρταση μπορεί να προκληθεί από αύξηση της καρδιακής παροχής ή της συνολικής περιφερικής αντίστασης ή και των δύο. Η κύρια διαταραχή στις περισσότερες περιπτώσεις χρόνιας υπέρτασης είναι η αύξηση της συνολικής περιφερικής αντίστασης που προκαλείται από παθολογική μείωση της διαμέτρου των αρτηριδίων. Η παχυσαρκία και ο καθιστικός τρόπος ζωής αποτελούν παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση υπέρτασης.

 

Υπόταση

Υπόταση σημαίνει χαμηλή αρτηριακή πίεση. Ένα γενικό αίτιο υπότασης είναι η απώλεια όγκου αίματος, όπως για παράδειγμα σε μια αιμορραγία. Η σοβαρότερη συνέπεια της υπότασης είναι η μειωμένη ροή αίματος προς τον εγκέφαλο και το καρδιακό μυ. Η απώλεια μεγάλων ποσοτήτων εξωκυττάριου υγρού, που δεν περιέχει κύτταρα όπως το πλήρες αίμα, αποτελεί συχνό αίτιο υπότασης λόγω χαμηλού όγκου αίματος. Τέτοια απώλεια υγρών μπορεί να επέλθει μέσω σοβαρής παρατεταμένης εφίδρωσης. Σε τέτοιες περιπτώσεις αφυδάτωσης έχουμε απώλεια κυρίως νατρίου και υγρών.

 

 

 

Είδη άσκησης και αρτηριακή πίεση

 

Αερόβια Άσκηση

Η αερόβια άσκηση χαρακτηρίζεται από την διαστολή των αιμοφόρων αγγείων στους ενεργούς μυς, που αυξάνει τη ροή του αίματος σε μεγάλο μέρος του σώματος. Η εναλλασσόμενη συστολή και χαλάρωση των μυών λειτουργεί ως αντλία, η οποία προωθεί το αίμα μέσω των αγγείων στην καρδιά. Η μεγάλη αιματική ροή κατά την διάρκεια μέτριας άσκησης προκαλεί την απότομη αύξηση της συστολικής πίεσης τα πρώτα λεπτά της άσκησης συνήθως μεταξύ 140-160 mmHg, ενώ η διαστολική πίεση παραμένει σχετικά αμετάβλητη. Μείωση της συνολικής περιφερικής αντίστασης προκαλείται, γιατί οι αντιστάσεις της καρδιάς και των σκελετικών μυών μειώνονται περισσότερο από την αύξηση των αντιστάσεων σε άλλα αγγειακά δίκτυα. Παρατηρείται αύξηση της μέσης αρτηριακής πίεσης, γιατί η καρδιακή παροχή αυξάνεται περισσότερο από τη μείωση των ολικών περιφερικών αντιστάσεων και αύξηση της πίεσης παλμού γιατί αυξάνονται ο όγκος παλμού και η ταχύτητα εξώθησής του.

 

 

Άσκηση με Αντιστάσεις

Στην άσκηση με αντιστάσεις, υπάρχει δραματική αύξηση της αρτηριακής πίεσης καθώς η διαρκής μυϊκή δύναμη συμπιέζει περιφερικές αρτηρίες προκαλώντας σημαντική αντίσταση στη ροή του αίματος. Η επιπρόσθετη επιβάρυνση της καρδιάς μπορεί να γίνει επικίνδυνη για άτομα με προβλήματα υπέρτασης ή καρδιακών παθήσεων. Αυξάνεται η καρδιακή παροχή και η αρτηριακή πίεση και παρατηρείται αγγειοδιαστολή στους ασκούμενους μυς λόγω τοπικών μεταβολικών παραγόντων.

Κατά την διάρκεια των ισομετρικών συστολών μόλις οι ασκούμενοι μύες υπερβούν το 10-15% της μέγιστης δύναμής τους, η αιματική ροή προς τους μύες μειώνεται σημαντικά επειδή οι ίδιοι οι μύες προκαλούν ανατομικά συμπίεση των αιμοφόρων αγγείων τους. Η αγγειοδιαστολή των αρτηριδίων υπερνικάται από την ανατομική συμπίεση των αιμοφόρων αγγείων, έτσι οι μεταβολές του καρδιαγγειακού δεν μπορούν να προκαλέσουν αύξηση της αιματικής ροής στους μυς και οι ισομετρικές συστολές μπορούν να διατηρηθούν για μικρό μόνο χρονικό διάστημα πριν την έλευση της κόπωσης, συνεισφέροντας παράλληλα στη μεγάλη αύξηση της μέσης αρτηριακής πίεσης.

Στην άσκηση των άνω άκρων, σε δεδομένη αναλογία VO2max, η αρτηριακή πίεση είναι σημαντικά υψηλότερη όταν η άσκηση εκτελείται με τα χέρια από ότι με τα πόδια. Πιθανά η μικρότερη μυϊκή μάζα και το αγγειακό σύστημα των χεριών να προβάλλουν μεγαλύτερη αντίσταση στη ροή του αίματος από ότι η μεγαλύτερη μυϊκή μάζα και το αγγειακό σύστημα των ποδιών. Κατά τη διάρκεια της άσκησης το αίμα ρέει προς τα πάνω για την αιμάτωση των χεριών οπότε απαιτεί μεγαλύτερη συστολική πίεση με επακόλουθο την μεγαλύτερη καρδιαγγειακή επιβάρυνση.

 

 

 

Τα περισσότερα όργανα του ανθρώπινου σώματος βρίσκονται στις κοιλότητες του θώρακα και της κοιλιάς

 

 

Στομάχι

Το στομάχι αποτελεί τη συνέχεια του οισοφάγου και είναι η πιο διευρυσμένη μοίρα το πεπτικού σωλήνα. Βρίσκεται στο πάνω μέρος της κοιλιάς, κάτω από το αριστερό υποχόνδριο, στο επιγάστριο και την ομφαλική χώρα. Στο στομάχι διακρίνουμε τον θόλο, το σώμα και τον πυλωρό. Το στομάχι βοηθά στην πέψη της τροφής ενώ με τις περισταλτικές κινήσεις των μυϊκών ινών που το περιβάλλουν, το περιεχόμενο του προωθείται προς το λεπτό έντερο. Το μέγεθος και η χωρητικότητα του στομάχου ποικίλλουν ανάλογα με την ηλικία, το φύλο και τις συνήθειες του κάθε ατόμου.

 

Λεπτό έντερο

Το λεπτό έντερο αποτελεί τη συνέχεια του στομάχου και εκτείνεται από τον πυλωρό μέχρι το παχύ έντερο. Διακρίνεται σε δωδεκαδάκτυλο, νήστιδα και ειλεό. Το λεπτό έντερο έχει διάμετρο περίπου 2,5 εκατοστά και μήκος 6-7 μέτρα. Ο βλεννογόνος του λεπτού εντέρου παρουσιάζει πολυάριθμες πτυχές οι οποίες εμφανίζουν προσεκβολές, τις εντερικές λάχνες. Στο λεπτό έντερο ολοκληρώνεται η πέψη και γίνεται η απορρόφηση των θρεπτικών συστατικών της τροφής.

 

Παχύ έντερο

Το παχύ έντερο έχει μήκος περίπου 1,5 μέτρο και η διάμετρός του μειώνεται από το τυφλό προς το ορθό. Διακρίνεται σε τυφλό, ανιόν, εγκάρσιο, κατιόν, σιγμοειδές και ορθό. Στο παχύ έντερο αποθηκεύεται προσωρινά το υλικό που δεν έχει υποστεί πέψη μέχρι να αποβληθεί. Στο διάστημα αυτό γίνεται απορρόφηση νερού, αλάτων και ορισμένων βιταμινών, κυρίως της βιταμίνης Κ, που συμμετέχει στην πήξη του αίματος.

 

Σκωληκοειδής απόφυση

Η σκωληκοειδής απόφυση αποτελεί την συνέχεια του τυφλού και το μήκος της κυμαίνεται από 8 έως 10 εκατοστά. Η κορυφή της σκωληκοειδούς απόφυσης μπορεί να βρίσκεται σε διάφορα σημεία μέσα στην κοιλιά (κι αυτό πολλές φορές δημιουργεί διαγνωστικά προβλήματα). Οξεία σκωληκοειδίτιδα είναι η φλεγμονή της σκωληκοειδούς απόφυσης που προκαλείται από την απόφραξη του αυλού της σκωληκοειδούς απόφυσης. Η απόφραξη αποδίδεται συνήθως σε κοπρόλιθους (σκληρές μάζες κοπράνων) και σπανιότερα σε άλλα αίτια (συμφύσεις, νεοπλάσματα και παράσιτα του εντέρου). Μόλις αποφραχθεί ο αυλός της σκωληκοειδούς, αυξάνεται ο αριθμός των μικροβίων με αποτέλεσμα να εμφανίζεται φλεγμονή.

 

Ήπαρ

Το ήπαρ αποτελεί τον μεγαλύτερο αδένα του σώματος και βρίσκεται στο πάνω τμήμα της κοιλιακής κοιλότητας, κάτω από το διάφραγμα, καταλαμβάνοντας το δεξιό υποχόνδριο. Το βάρος του στους άνδρες κυμαίνεται μεταξύ 1400-1800 gr και στις γυναίκες μεταξύ 1200-1400 gr. Το ήπαρ διακρίνεται σε δύο λοβούς, τον δεξιό, που αποτελεί πάνω από το 75% και τον αριστερό, που αποτελεί το 25% της επιφάνειας του ήπατος. Όλα τα ηπατικά κύτταρα παράγουν συνεχώς μικρές ποσότητες χολής, η οποία ρέει προς το δωδεκαδάκτυλο ή προς τη χοληδόχο κύστη, όπου και αποθηκεύεται. Στο ήπαρ προσέρχεται αίμα από την ηπατική αρτηρία, η οποία επιτελεί τη θρέψη του, και από την πυλαία φλέβα, η οποία μεταφέρει στο ήπαρ χρήσιμα συστατικά, από τα οποία το ήπαρ παρασκευάζει τα προϊόντα τα οποία εκκρίνει, όπως η ουρία, το ινωδογόνο, η προθρομβίνη και άλλες ουσίες. Στο ήπαρ επίσης γίνεται η αποδόμηση του γλυκογόνου.

 

Χοληδόχος κύστη

Η χοληδόχος κύστη βρίσκεται στην κάτω επιφάνεια του ήπατος και έχει σχήμα αχλαδιού. Το μήκος της είναι 8-10 cm και η χωρητικότητά της 30-50 cm³. Η χοληδόχος κύστη χρησιμεύει για την αποθήκευση της χολής που παράγεται από το ήπαρ, η οποία, μέσω του χοληδόχου πόρου, ρέει στο δωδεκαδάκτυλο κατά την πέψη της τροφής.

 

Πάγκρεας

Το πάγκρεας βρίσκεται μπροστά από το οπίσθιο κοιλιακό τοίχωμα, πίσω από το στομάχι. Έχει μήκος 10-15 cm, παρουσιάζει σχήμα σφηνοειδές και διακρίνεται σε κεφαλή, σώμα και ουρά. Το πάγκρεας αποτελεί αδένα με εξωκρινή και ενδοκρινή μοίρα. Η εξωκρινής μοίρα παράγει το σπουδαιότερο από τα πεπτικά υγρά, το παγκρεατικό υγρό, ενώ η ενδοκρινής μοίρα παράγει την ινσουλίνη, η οποία ρυθμίζει το μεταβολισμό των υδατανθράκων στον οργανισμό, καθώς και άλλες ορμόνες.

 

Σπλήνας

Ο σπλήνας βρίσκεται στο πάνω μέρος της κοιλιάς στο βάθος του αριστερού υποχόνδριου. Το σχήμα, το μέγεθος, το βάρος και η χροιά της σπλήνας ποικίλλουν από άτομο σε άτομο. Συνήθως έχει μήκος 12cm, πλάτος 7 cm και πάχος 3 cm, ενώ το βάρος του κυμαίνεται από 150-200 gr. Ο σπλήνας επιτελεί διάφορες λειτουργίες. Στα έμβρυα χρησιμεύει για την παραγωγή ερυθρών αιμοσφαιρίων. Μετά τον τοκετό χρησιμεύει για την παραγωγή λεμφοκυττάρων και για την καταστροφή των γερασμένων ερυθρών αιμοσφαιρίων και αιμοπεταλίων. Επίσης με το δικτυοενδοθηλιακό σύστημα χρησιμεύει για την άμυνα του οργανισμού, ενώ ακόμη αποτελεί μια δεξαμενή, ικανή να παραλάβει μεγάλη ποσότητα αίματος, ρυθμίζοντας την κυκλοφορία.